ΑΙΜΟΠΛΟΥΣ

Ένα ταξίδι στο αίμα που μας ταξιδεύει

Τρίτη

Έρωτας

Τι γελοίοι που είμαστε
ζώντας τη μικρή γελοία
ζωή μας!
Πόσο απροσδιόριστα πολύ
γελοίοι γινόμαστε
προσπαθώντας να γεμίσουμε
ο ένας το κενό του άλλου.
Μα αλήθεια
τι γελοίοι που φαινόμαστε
όταν ελπίζουμε
κι όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας
να πιστέψει πως κάποιος άλλος
είναι δίπλα μας, έχει την ανάγκη μας.
Θε μου, πόσο γελοία υπάρχουμε
προσδοκώντας να υπάρξουμε
μέσα σε κάποιον άλλον,
απ' τη στιγμή που
όλοι γνωρίζουμε καλά πως
δεν μας ανήκει ούτε ο εαυτός μας πως
η μοναξιά είναι ο κλήρος του ανθρώπου και πως
ο φόβος της μοναξιάς είναι
το μερίδιο του καθενός στη γνώση του Θεού.

Δευτέρα

Για πάντα


Θα ’μαι ο μαύρος ουρανός της σκέψης σου,
το απύθμενο σκοτάδι στις περιπλανήσεις του μυαλού σου,
η ονειρική κατάσταση της αγάπης σου,
το απόλυτα ποθητό της διψασμένης σου ψυχής· 
θα ’μαι αυτός που θα καταπατήσει τα άδυτα,
θα διανοίξει νέους ορίζοντες,
θα σ’ οδηγήσει πίσω απ’ την αθωότητά σου,
μέσα από δρόμους όχι απαραίτητα χαραγμένους,
η αδυναμία θα ’μαι της ψυχής και του σώματός σου,
η από πριν συγχωρεμένη αμαρτία,
το δυσαναπλήρωτο κενό που θα αφήνει η απουσία μου,
θα ’μαι το κόκκινο θανατικό που γλιστρά στη νεύρινη κοίτη,
κάτω από τη σάρκα, πάνω από την καρδιά.
Θα ’μαι το μαύρο και το λευκό,
ο θάνατος κι ο κρίνος,
ο φόβος κι η αγάπη,
εγώ και συ.

Καληνύχτα


 
Όχι.  απόψε θα μείνω
με το λιωμένο βούτυρο
των χειλιών σου απάνω μου.
Τόσες φορές ταξίδεψα
στο σώμα σου
κι απλώθηκες πλάι μου
σα θάλασσα
κι είναι πάντα σαν την πρώτη.
Απόψε η καρδιά μου
ζητά να χορέψει στους ρυθμούς
του έρωτά σου
κι η νύχτα χαμηλώνει
τ’ αστέρια ανάβουν
κι η ζωή μεγαλώνει
στη θύμησή σου.
Απόψε νομίζω θα πεθάνω
αν το κορμί μου
αγγίξει το δικό σου
και νιώσω τη μυρωδιά σου
να μου ναρκώνει
το σώμα.
Απόψε
Πάντα.

Στη Μ.


 Ήταν εχτές
                   που μου ’πες
«δεν είμαι γω η θάλασσα»–
κι ας είχα σκίσει μια άγκυρα
     στο μπράτσο μου για σένα
κι ας είχα δει χίλιες φορές
     μέσα σου να παίρνει
χρώμα ο ουρανός.
«Μα κι αν ήμουν
  θα ήθελα να σβήσω
  τη δίψα του κόσμου
  να κόψω
  λίγο λίγο
  το μεταξένιο μου κορμί
  και να βυθίζω
  μέσα μου τα εφτά
  αστέρια για πάντα.
  Δεν είμαι γω η θάλασσα–
  τόλμη θέλει
  απάτητα νερά
  σαν κάστρα,
  μα από μένα
                      πήραν το αλάτι
  και το νερό το λούστηκαν
  σμίγοντας με το βράχο
  κι είναι τρεις μήνες τώρα
  που αναζητώ κι εγώ
  μια αρχή ή το τέλος
  στο υδάτινο παραλήρημά μου
  κι όλο μου φεύγει
                              όλο μου χάνεται
  λες κι ό,τι ονειρεύτηκα
  καΐκι
  και μ’ άνοιξε στα δυο
  δίχτυ και πέρασα μέσα του
  κομμένη δεκατέσσερα κομμάτια
  που το ένα το’ χασα
  στη δύνη
  κι είμαι τώρα
                       εδώ μπροστά σου
  γυμνή και ατελής
  και δεν καυχιέμαι πως υπάρχω ακόμα
  μόνο ανοίγω διάπλατα
  το αδειανό ντουλάπι της τύχης μου
  να κλείσω μέσα
  το ηλιακό προσκύνημα
  που κάθε νύχτα το θυμάμαι
  μα το ξεχνώ
                     κάθε πρωί.
  Δεν είμαι η θάλασσα;»

Σάββατο

Το τέμενος


Είναι ωραίο το νέο μου σπίτι.
Μόνο που είναι λίγο μικρό,
με βία χωρά εμένα μόνο
και μάλιστα ξαπλωμένο.
Αλλ’ έχει θέα στη θάλασσα
κι ακούω βαθιά τους γλάρους
να παίζουν στο κύμα.
Έχει κι ησυχία,
σπάνια αφουγκράζομαι κάποια φωνή,
ένα κλάμα...
Είναι ωραίο το νέο μου σπίτι.
Έχει όμορφο καφέ χρώμα στους τοίχους,
που δεν είναι σκληροί και άστοργοι ως συνήθως,
μα έχουν κάτι το τελείως ανθρώπινο,
το πολύ γήινο.
Έχω και παρέα πολλούς σαν και μένα,
μόνο που ποτέ δεν τους έχω δει·
είναι μεγάλη η απόσταση μεταξύ μας...
Όλα είναι ωραία στο ωραίο νέο μου σπίτι·
μόνο, να, μ’ ενοχλεί αυτό το κυπαρίσσι
που ’χει φυτρώσει ακριβώς πάνω
απ’ το κεφάλι μου.

Δάκρυ


Η ανάσα σου
ψιθυρίζει
τα μυστικά
του κόσμου·
σκύβω 
ν’ ακούσω.
αγάπη.

Ο άγνωστος


Διέσχισα μονοσάνδαλος τον ποταμό
χωρίς όνομα
κι έφτασα απέναντι στη χώρα
χωρίς παρελθόν
Κοίταξα στην άλλη μεριά
Μια σκιά με κοιτούσε
σα να με ήξερε
Δεν σε ξέρω φώναξα δεν σε ξέρω
Κι απόστρεψα το βλέμμα
..........................................
Συνεχίζω να περπατώ
άγνωστος μεταξύ αγνώστου
εαυτού και άλλου